GuidePedia

0
ΠΩΣ ΝΑ ΠΡΟΦΥΛΑΓΕΤΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Του εν αγίοις Πατρός ημών Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη

Ἀφ᾿ οὗ ἐξομολογηθῇς, καὶ λάβῃς τὸν κανόνα σου ἀπὸ τὸν πνευματικόν σου, διὰ νὰ μὴν προφυλάγεσαι νὰ μὴν ξανὰ πέσῃς πάλιν εἰς τὰς ἰδίας, ἤ ἄλλας ἁμαρτίας, μεταχειρίσου τὰ ἐξῆς προφυλακτικὰ ἰατρικὰ μέσα.

Α. Νὰ μὴν λησμονήσῃς, ἀλλὰ νὰ ἐνθυμῆσαι τὰς ἁμαρτίας ποὺ ἔπραξες. Διὰ νὰ γνωρίζῃς μὲ τὴν ἐνθύμησιν τὴν μεγάλην χάριν ποὺ ἔλαβες παρὰ τοῦ Θεοῦ, δηλαδή, τὸ νὰ σοῦ συγχωρήσῃ ὅλες τὶς ἁμαρτίες σου. Ἐὰν ἕνας γλιτώσῃ ἀπὸ ἕναν μεγάλον κίνδυνον, ὅταν τὸν ἐνθυμῆται, τρέμει καὶ φοβεῖται, καὶ ὁ φόβος αὐτὸς τὸν κάνει νὰ μὴ ξανὰ πέσῃ καὶ πάλιν εἰς τὸν ἴδιον κίνδυνον. Ἔτσι καὶ ὁ Δαβίδ, μετὰ τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν του, τὰς ἐνθυμεῖτο πάντοτε, διὸ καὶ ἔλεγε: «Καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διὰ παντός».

Ἐὰν θέλῃς, (γράφει ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος), νὰ γυρίσῃ ὁ Θεὸς τὸν πρόσωπόν του ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας σου, θὰ πρέπει ἐσὺ νὰ τὰ ἔχῃς ἔμπροσθέν σου νὰ τὰς βλέπῃς, καὶ νὰ θρηνῇς. Διότι ἐὰν ἐσὺ γράφῃς τὰς ἁμαρτίας σου μέσα στὸ μυαλό σου, καὶ νὰ τὰς ἐνθυμῆσαι, (λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος) ὁ Θεὸς θὰ τὰς ἐξαλείψῃ καὶ θὰ τὰς λησμονήσῃ. Ἐὰν δὲ ἐσὺ τὰς ξεγράψῃς καὶ τὰς λησμονήσῃς, ὁ Θεὸς θὰ τὰς γράψει καὶ θὰ τὰς ἐνθυμεῖται. «Συνάγαγε πάντα (τὰ ἁμαρτήματα δηλαδή) καὶ ὡς ἐν βιβλίῳ γράφε, ἂν γὰρ σὺ γράψῃς, ὁ Θεὸς ἐξαλείφει, ὥσπερ οὖν, ἂν μὴ σὺ γράψῃς, ὁ Θεὸς καὶ ἐγγράφει, καὶ δίκην ἀπαιτεῖ».

Β. Τὸ νὰ φεύγῃς τὰ αἴτια τῆς ἁμαρτίας. Ἐπειδὴ κατὰ τοὺς φιλοσοφικοὺς κανόνας, τὰ αὐτὰ αἴτα ἔχουν κατὰ κανόνα πάντοτε καὶ τὰ αὐτὰ αἰτιατά, καὶ ἀποτελέσματα. Ὅθεν, ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος: «Τὸν ἄπαξ τινα μετανοήσαντα, τὴν αὐτὴν πάλιν ποιῆσαι ἁμαρτίαν, ἔλεγχος ἐστι τοῦ τὸ πρῶτον αἴτιον τῆς ἁμαρτίας ἐκείνης μὴ ἐκκαθᾶραι. Ἀφ᾿ οὗ καθάπερ ἀπὸ ρίζης τινός, πάλιν ἀνάγκην τὰ ἴσα φύεσθαι». Φεῦγε λοιπόν, ἀδελφέ, τὰς κακὰς θεωρίας, τὰς κακὰς συνομιλίας καὶ συναναστροφὰς τῶν ἀτάκτων, καὶ μάλιστα φεῦγε τὰς συνομιλίας καὶ φιλίας τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, μὲ τὰ ὁποῖα ἥμαρτες σαρκικῶς. Διότι ἕνα ἀπὸ τὰ δύο, ἢ ἐσὺ πρέπει νὰ φύγῃς ἀπὸ αὐτά, ἢ αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ μακρύνῃς ἀπὸ κοντά σου, καὶ νὰ τὰ διώξῃς (τὰ αἴτια) ἂν τὰ ἔχῃς στὸ σπίτι σου, κἂν δούλη (ὑπάλληλος, ὑφισταμένη) καὶ ἂν εἶναι, κἂν δοῦλος, καὶ ἀπλῶς, κἂν ἐδικός σου καὶ φίλος. Περὶ τούτων εἶπεν ὁ Κύριος: «Εἰ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτόν, καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ. Συμφέρει γὰρ σοί, ἵνα ἀπόλληται ἓν ἀπὸ τῶν μελῶν σου, καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς τὴν γέεναν». (Ματθ. ε´ 29).

Καὶ μὴ πιστεύσῃς ποτὲ εἰς τὸν ἑαυτόν σου, λέγοντας: «Ἐγὼ δύναμαι νὰ συναναστρέφομαι μὲ τὰ ἐμὲ βλάπτοντα πρόσωπα, καὶ νὰ μὴ βλάπτωμαι», διότι εἶναι πεπλανημένος ὁ λογισμὸς αὐτός, ἐπειδὴ εἶναι γεγραμμένον: «Μὴ πιστεύσῃς τῷ ἐχθρῷ σου εἰς τὸν αἰῶνα» (Σοφ. Σειράχ). Καὶ ὁ σωφρονέστατος ἐκεῖνος Ἰωσήφ, ἂν δὲν ἔφευγεν ἀπὸ τὸ δωμάτιον τῆς κυρίας του, θὰ ἔπεφτε μετ᾿ αὐτῆς εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Ὅποιος φοβεῖται τὸν κίνδυνον, δὲν θὰ πέσῃ ποτὲ εἰς αὐτόν, ἀλλὰ μόνον ὅποιος τὸν ἀγαπᾷ θὰ πέσῃ. «Ὁ ἀγαπῶν τὸν κίνδυνον, ἐν αὐτῷ ἐμπεσεῖται».

Γ. Τὸ νὰ ἐξομολογῆσαι συνεχῶς. Ὄχι μόνον ὅταν πράξῃς κάθε θανάσιμον καὶ μεγάλον ἁμάρτημα παρευθὺς νὰ τρέχῃς εἰς τὸν πνευματικόν, ἀλλὰ καὶ ὅταν πράξῃς κάθε μικρὸν ἂν εἶναι δυνατόν. Διότι καθὼς μία πληγὴ ὅταν φανερωθῇ εἰς τὸν ἰατρόν, δὲν μεγαλώνει, ἔτσι καὶ ἡ ἁμαρτία, ὅταν ἐξομολογῆται δὲν πολλαπλασιάζεται, κατὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τῆς Κλίμακος: «Μώλωπες θριαμβευόμενοι, οὐ προκόψουσι ἐπὶ τὸ χεῖρον, ἀλλ᾿ ἰαθήσονται».

Τὰ λελέκια ἔχουν μίαν συνήθειαν. Ὅπου τοὺς χαλοῦν τὰς φωλέας των, ἐκεῖ πλέον δὲν πηγαίνουν. Ἔτσι καὶ οἱ δαίμονες, ἀναχωροῦν ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ συχνὰ ἐξομολογεῖται. Διότι ἡ συχνὴ ἐξομολόγησις, χαλάει τὰς φωλέας καὶ τὰ δίκτυά των. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος παραμένῃ ἀνεξομολόγητος, ὅλα τὰ μέλη του εἶναι σὰν δεμένα μὲ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ δὲν δύνανται νὰ κινηθοῦν εἰς τὸ νὰ κάνουν τὸ καλόν, παρὰ μόνον ὅταν ἐξομολογηθῇ, παρευθὺς λύονται, καὶ ἐλευθερώνεται ὁ ἄνθρωπος.

Διατί ὁ Νεεμὰν ὁ Σύρος δὲν ἐλούσθη μίαν φορὰν διὰ νὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὴν λέπραν του εἰς τὸν Ἰορδάνην, ἀλλὰ ἑπτά; Ἀκριβῶς διὰ νὰ μᾶς διδάξῃ ὅλους μικροὺς καὶ μεγάλους, νὰ ἐξομολογούμεθα ἑπτάκις, δηλαδὴ πολλὲς φορές, (τὸ ἑπτὰ παρὰ τῇ Θείᾳ Γραφῇ ἐκλαμβάνεται ἀντὶ τοῦ πολλά), καὶ νὰ λουόμεθα εἰς τὰ ὕδατα τῆς μετανοίας, τῆς ὁποίας τύπον εἶχεν ὁ Ἰορδάνης, διότι εἰς αὐτὸν ἐβάπτιζεν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος «Βάπτισμα μετανοίας τῷ λαῷ» (Μάρκου α´ 4.). Καὶ διότι, ἡ συνεχὴς ἐξομολόγησις, προξενεῖ ἀκόμη καὶ ἄλλα πέντε καλὰ εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἐξομολογεῖται συχνά.

Πρῶτον. Καθὼς τὰ δένδρα ποὺ μεταφυτεύονται συνεχῶς, δὲν δύνανται νὰ πιάσουν ρίζες βαθιὰ εἰς τὴν γῆν, ἔτσι καὶ τὰς κακὰς συνηθείας τῆς ἁμαρτίας δὲν ἀφήνει ἡ συχνὴ ἐξομολόγησις νὰ πιάσουν ῥίζες βαθειὰ εἰς τὴν καρδίαν τοῦ συνεχῶς ἐξομολογουμένου. Ἤ μᾶλλον, καθὼς ἕνα παλαιὸν καὶ μεγάλον δένδρον δὲν δύναται νὰ κοπῇ μὲ μία τσεκουριά, ἔτσι καὶ μία παλαιὰν συνήθειαν τῆς ἁμαρτίας, ἕνας μόνο πόνος τῆς καρδίας, καὶ αὐτὸς ἴσως ἀτελὴς ποὺ ἔδειξεν ὁ μετανοῶν εἰς τὴν ἐξομολόγησιν, δὲν δύναται νὰ τὴν ξεριζώσῃ καὶ νὰ τὴν ἐξαλείψῃ τελείως, ἂν καὶ ἡ ἁμαρτία του, τοῦ ἐσυγχωρήθῃ διὰ τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς τοῦ Πνευματικοῦ.

Δεύτερον. Διότι, ὅποιος συνεχῶς ἐξομολογεῖται, ἔχει μεγάλην εὐκολίαν, εἰς τὸ νὰ ἐξετάζῃ μὲ ἐπιμέλεια τὴν συνείδησίν του, ἐπειδὴ τὸ νὰ ἐλαφρώνῃ συνεχῶς τὴν ψυχήν του ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας του, μένουν πάντοτε αὐταὶ ὀλιγώτεραι. Διὰ τοῦτο, καὶ εὐκολότερα δύναται αὐτὸς νὰ τὰ ἐνθυμεῖται. Ὁ δὲ μὴ συνεχῶς ἐξομολογούμενος, διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν, οὔτε μὲ ἀκρίβειαν δύναται νὰ τὰς εὕρῃ, οὔτε νὰ τὰς ἐνθυμηθῇ, ἀλλὰ λησμονεῖ πολλάκις, πολλὲς καὶ μεγάλες ἁμαρτίες, αἱ ὁποῖαι, μὲ τὸ νὰ μένουν ἀνεξομολόγηται, ἀκολούθως μένουν καὶ ἀσυγχώρηται. Διὰ τοῦτο, ὁ διάβολος, θὰ τοὺς τὰ ἐνθυμήσῃ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του, καὶ τόσον πολὺ θὰ τὸν στενοχωρήσῃ, ποὺ θὰ κλαύσῃ ὁ ταλαίπωρος, ἀλλὰ ματαίως, διότι τότε πλέον δὲν θὰ δύναται νὰ τὰς ἐξομολογηθῇ.

Τρίτον. Διότι, ὅποιος ἐξομολογεῖται συνεχῶς, ἐὰν καὶ θανάσιμον ἁμαρτίαν πράξῃ ποτέ, εὐθὺς ὅμως ποὺ θὰ ἐξομολογηθῇ μὲ μετάνοια καὶ συντριβή, εἰσέρχεται εἰς τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅσα καλὰ ἔργα κάμῃ, τοῦ γίνονται πάλιν, ἄξια ζωῆς αἰωνίου. Ἐκεῖνος δέ, ποὺ δὲν ἐξομολογεῖται συνεχῶς, ἐὰν πράξῃ καὶ αὐτὸς τὴν αὐτὴν θανάσιμον ἁμαρτίαν, καὶ δὲν τρέξῃ ἀμέσως νὰ τὴν ἐξομολογηθῇ, ὅσον καιρὸν εἶναι ἀνεξομολόγητος, ὄχι μόνον στερεῖται τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅσα καλὰ ἔργα κάμῃ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του, δηλαδὴ νηστείας, ἀγρυπνίας, γονυκλισίας καὶ ἄλλα ὅμοια, δὲν εἶναι εὐπρόσδεκτα εἰς τὸν Θεόν, διότι στεροῦνται ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ θεμέλιον ὅλων τῶν πρὸς σωτηρίας μας ἔργων.

Τέταρτον. Διότι, αὐτὸς ποὺ συνεχῶς ἐξομολογεῖται, εἶναι πλέον βέβαιος, ὅτι θὰ τὸν εὕρῃ ὁ θάνατος μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, καὶ μετανοημένος, καὶ οὕτῳ, νὰ ἔχῃ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ θανάτου του. Ὁ διάβολος ποὺ πηγαίνει πάντοτε εἰς τοὺς θανάτους, ὄχι μόνο τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἁγίων, ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ Κυρίου, κατὰ τὸ «Ἔρχεται ὁ τοῦ κόσμου τούτου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει ὁδόν» (Ἰωάν. ιδ´ 3.) νὰ ἰδῇ ἐὰν εὕρῃ τίποτε, ἀλλὰ, διότι αὐτὸς ἐπρόλαβε καὶ ἀξομολογήθῃ, ἔχει καθαροὺς πλέον τοὺς λογαριασμούς του, καὶ καθαρὰ τὰ κατάστιχά του. Ὁ δὲ μὴ συνεχῶς ἐξομολογούμενος, πιθανόν, νὰ ἀποθάνῃ ἀνεξομολόγητος, καὶ ἔτσι νὰ ἀπολεσθῇ αἰωνίως, μὲ τὸ νὰ μεταπίπτῃ εὐκόλως εἰς τὴν ἁμαρτίαν, διότι ὁ θάνατος εἶναι ἄδηλος.

Πέμπτον δέ, καὶ τελευταῖον καλὸν προξενεῖ ἡ συχνὴ ἐξομολόγησις, εἰς τὸ νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Διότι, ὁ συνεχῶς ἐξομολογούμενος ὅταν ἐνθυμηθῇ, πῶς μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἐξομολογηθῇ, καὶ ἐὰν ἀκόμα ἔχει ἀποφασίσῃ νὰ ἁμαρτήσῃ, ἐμποδίζεται, συλλογιζόμενος τὴν ἐντροπὴν ποὺ θὰ λάβῃ, ὅταν τὴν ἐξομολογηθῇ, καὶ τὸν Πατρικὸν ἔλεγχον, ποὺ θὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸν Πνευματικόν του.

Λοιπόν, ἀδελφέ μου ἁμαρτωλέ, μανθάνοντας τὸ πόσον καλὸν προξενεῖ ἡ θεία ἐξομολόγησις, σύχναζε εἰς αὐτήν. Διότι ὅσον συχνὰ πηγαίνεις εἰς τὸν λουτρὸν τοῦτο, τόσον περισσότερον καθαρίζεσαι. Μὴ ἀναβάλλῃς τὸν καιρὸν λέγων, ἂς πράξω τώρα τοῦτο, καὶ ὕστερα πηγαίνω νὰ ἐξομολογηθῶ. Διότι ὁ Θεός, ἂν καὶ πολλαῖς φοραῖς μακροθυμεῖ, δὲν ἐμπαίζεται.

Ἔτσι, ἂν καὶ πολλαῖς φοραῖς ἥμαρτες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ μὴ ἀργοπορήσας εἰς τὴν ἐξομολόγησιν, θὰ ἀξιωθῇς νὰ διορθωθῇς καὶ νὰ καθαρισθῇς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Ἀλλὰ ὅμως, ἐὰν ἀναβάλλῃς τὸν καιρὸν τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τοῦ καθαρισμοῦ σου, ἴσως δὲν ἀξιωθῇς τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ ἀποθάνῃς ἀνεξομολόγητος καὶ ἀδιόρθωτος, τὸ ὁποῖον εὔχομαι νὰ μὴ γίνῃ ποτὲ τοιοῦτόν τι, εἰς κανένα Χριστιανόν.

Δ. Ἡ ἐνθύμησις τοῦ θανάτου σου. Ὅταν ὁ πονηρὸς λογισμός, ὁ διάβολος καὶ τὰ πάθη σὲ πολεμοῦν, καὶ σὲ παρακινοῦν νὰ ἁμαρτήσῃς:

Πρῶτον. Βάλε μπροστά σου τὸν θάνατον, καὶ συλλογίσου, πὼς αὐτὸ τὸ σῶμά σου ποὺ τώρα ἐπιθυμεῖ νὰ ἁμαρτήσῃ, θὰ ἀποθάνῃ, καὶ θὰ χάσῃ τὴν ὀμορφιά, τὴν ὑγείαν καὶ ὅλας του τὰς δυνάμεις, καὶ θὰ γίνῃ νεκρόν, ἄμορφον, χωρὶς κάλλος, χωρὶς πνοήν. Συλλογίσου ἀκόμη, πῶς αὐτὸ τὸ σῶμά σου, θὰ ἐνταφιασθῇ εἰς ἕνα σκοτεινότατον τάφον, καὶ ἐκεῖ θὰ διαλυθῇ, καὶ θὰ γίνῃ κονιορτός, σκόνη. Πόσον φόβον, πόσον πόνον, πόσην άγωνίαν μέλλεις νὰ λάβῃς ὅταν χωρίζεται ἡ ψυχή σου ἀπὸ τὸ σῶμά σου, ὅταν θὰ εἶναι δίπλα σου οἱ φοβεροὶ δαίμονες διὰ νὰ σὲ ἀρπάσουν, καὶ κανένας δὲν θὰ εὑρίσκεται νὰ σὲ βοηθήσῃ, οὔτε ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οἱ Ἄγγελοι, διότι μὲ τὰς ἁμαρτίας σου, τοὺς ἔχεις ἀπομακρύνει.

Δεύτερον. Ἐνθυμήσου ὅλα ἐκεῖνα τὰ αἰώνια ἀγαθά, ποὺ σοῦ ἔχει ὁ Θεὸς ἑτοιμασμένα εἰς τοὺς οὐρανούς, διὰ νὰ τὰ ἀπολαύσῃς μετὰ θάνατον. Βάλε καλὰ εἰς τὸ μυαλό σου, τὴν τρυφὴν ἐκείνην τὴν γλυκυτάτην τοῦ Παραδείσου, τὴν ἄῤῥητον δόξαν τοῦ οὐρανοῦ, τὴν παντοτινὴν χαράν, τὸ ἀνέσπερον καὶ ἀτελεύτητον φῶς, τὴν μακαρίαν θεωρίαν καὶ γνῶσιν τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ κυρίως ἀπόλαυσις ὅλων τῶν Μακαρίων. Συλλογίσου ἀκόμη, ὅτι, ἐκεῖ ἡ χαρὰ εἶναι μόνον χαρά, χωρὶς λύπην. Ἐκεῖ ἡ ζωή, εἶναι μόνον ζωή, χωρίς θάνατον. Ἐκεῖ τὸ φῶς, εἶναι μόνο φῶς, χωρὶς σκότος. Ἐκεῖ ἡ ὑγεία, χωρὶς ἀσθένειαν. Ἐκεῖ ἡ εἰρήνη χωρὶς ταραχήν. Καὶ ἀπλῶς, ἐκεῖ εἶναι ὅλα τὰ ἀγαθά, καὶ μόνον ἀγαθὰ, χωρίς κανένα κακόν.

Τί λέγεις τώρα διὰ τὴν ἁμαρτίαν ἀγαπητέ; Καταλαμβάνεις πόσον μεγάλη εἶναι ἡ κακία της; Λοιπόν, λυπήσου τὴν ψυχήν σου, σύντριψαι τὴν καρδίαν σου, ἐλθὲ εἰς τὸν ἑαυτόν σου, καὶ ἀποφάσισε στερεά, χίλιες φορὲς νὰ ἀποθάνῃς καλύτερα, παρὰ ποτὲ νὰ πράξῃς καμμίαν θανάσιμον ἁμαρτίαν.


Ἐκεῖνος ποὺ μετανοεῖ, λέγεται, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὸ κατὰ φύσιν, (ἐπειδὴ ἴδιον εἶναι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὅταν σφάλῃ εἰς κανένα πράγμα νὰ μετανοῇ), ἐκεῖνος δὲ ποὺ σφάλλει, καὶ δὲν μετανοεῖ, οὕτε διορθώνεται, αὐτὸς δικαίως καὶ πρεπόντως, εἶναι καὶ ὀνομάζεται παρὰ φύσιν. Καὶ ὅποιος δὲν μετανοεῖ θεληματικῶς, ἡ ἁμαρτία του θὰ μένει πάντοτε ἐπάνω του, διότι δὲν τὴν ἔσβησε μὲ τὴν μετάνοιαν καὶ τὴν ἐξομολόγησιν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Περαίνω, καὶ ἐπισφραγίζω τὴν συμβουλὴν ταύτην μὲ τοῦτα τὰ λόγια: Ὁ Πατὴρ ὁ πέμψας τὸν Πρόδρομον Ἰωάννην εἰς τὸ νὰ βαπτίζῃ, ἐκήρυξε διὰ τοῦ στόματος ἐκείνου εἰς τοὺς ἁμαρτωλούς, «Μετανοεῖτε». Ὁ Υἱός, ὅταν ἐφανερώθη εἰς τὸν κόσμον, τοῦτον τὸν λόγον ἔβαλεν ἀρχὴν καὶ θεμέλιον τοῦ κηρύγματός Του, «Μετανοεῖτε». Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅταν κατέβει ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, τοῦτον τὸν λόγον ἐλάλησε διὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, «Μετανοεῖτε» (Πράξ. β´ 38). Τρεῖς εἶναι οἱ μαρτυροῦντες, καὶ τῶν τριῶν ἡ μαρτυρία ἐστὶν ἀληθῆς, μᾶλλον δὲ ἡ αὐτοαλήθεια. Λοιπόν, ἁμαρτωλοὶ σύντροφοί μου: «Μετανοεῖτε, Μετανοεῖτε, Μετανοεῖτε. Ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».

Δημοσίευση σχολίου

 
Top